Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Το ζήτημα της Πολιτικής Οικολογίας στην Ιταλία και στην Ευρώπη - 2

 
του Μάρκο Μποάτο, ιστορικού στελέχους και πρώην γερουσιαστή των Ιταλών Πράσινων

Η οικολογική μεταστροφή του Αλεξάντερ Λάνγκερ

Αναφορικά με την ακανθώδη διαδρομή της πολιτικής οικολογίας στην Ιταλία, παραμένει ακόμη ιδιαίτερα επίκαιρη η επίκληση της σκέψης και του πολιτικού και πολιτισμικού αγώνα του Αλεξάντερ Λάνγκερ παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει περισσότερα από 15 χρόνια από τον θάνατο του - προσωπική επιλογή, στις 3 Ιουλίου 1995. Η οικολογική μεταστροφή - έτσι όπως την ανέδειξε ο Λάνγκερ, ο οποίος δεν ήταν θεωρητικός αλλά πολιτικός ακτιβιστής που «δούλευε» πάντα με βάση την ανάλυση της πραγματικότητας - στηρίζεται σε μια βαθιά αλλαγή, ή μεταλλαγή, της κοινωνίας και των ατόμων. Μια μεταστροφή που αφορά την κουλτούρα, το στυλ ζωής και τα μοντέλα κοινωνικής συμπεριφοράς από μία γνήσια δημοκρατική οπτική και όχι από την οπτική της υποχρεωτικής επιβολής από μια φανταστική, δεσποτική, οικολογική κυβέρνηση που επιβάλει όρια και μοντέλα. Μια μεταστροφή η οποία προτείνει και υλοποιεί την καθημερινότητα σαν προοπτική βαθιάς κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής σε βάθος χρόνου. Η σκέψη του παραμένει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ, ακόμη και από τότε που την πρωτοκατέθεσε πριν από 15 περίπου χρόνια (τα κυριότερα κείμενα του είναι συγκεντρωμένα στο «Ο ελαφρός ταξιδιώτης»).


Επιστρέφοντας στην Γαλλία οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η «Europe Ecologie» κατάφερε να λάβει υπόψη της ότι καλύτερο είχε σπαρθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη στο πεδίο του πολιτικού οικολογισμού και της κριτικής στις παραδοσιακές ιδεολογίες. Η Γαλλία δεν διέθετε  μέχρι τότε ένα ανάλογο πολιτικό προϊόν παρά την δράση σημαντικών οικολογικών συλλογικοτήτων οι οποίες αφενός δεν συνιστούν πολιτικό υποκείμενο και αφετέρου ενεργοποιούνται, από την φύση τους, σε πεδία εντελώς διαφορετικά από τα πεδία των όποιων «κάνουν πολιτική». Έτσι, παρά τις σποραδικές εκλογικές τους επιτυχίες, όπως στις ευρωεκλογές του 1989 και του 1999 που πέτυχαν ποσοστά της τάξης του 10% εκλέγοντας εννέα ευρωβουλευτές, οι «Les Verts» καθηλώθηκαν για χρόνια σε ένα άβολο πολιτικό περιθώριο μεταξύ του 2 και του 3%. Η αλλαγή του κλίματος στάθηκε έργο του Κον-Μπεντίτ ο οποίος εγκαινίασε το 2009 μια επίμονη προσπάθεια επανάκτησης της διάστασης της εγκαρσιότητας, με μεγάλη επιτυχία και πρωτοτυπία σκέψης, ξεπερνώντας παραδοσιακούς διαχωρισμούς και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Απόδειξη η προσπάθεια διαλόγου ακόμη και με τον Νικολά Σαρκοζί, ευθύς μετά την έκπληξη των ευρωεκλογών όταν ισοφάρισε τους γάλλους σοσιαλιστές υπερβαίνοντας το 16%, ο οποίος μόλις εκλέχθηκε στην προεδρία της δημοκρατίας προσπάθησε να δώσει ζωή σε μία άλλη πολιτική περιβάλλοντος.

Τι χρειάζεται η πολιτική οικολογία;

Η «Europe Ecologie» απέδειξε μια αξιοζήλευτη ικανότητα διαλόγου με όλους τους κοινωνικούς τομείς υφαίνοντας, έτσι, την ταυτότητα ενός  νέου υποκειμένου στο πεδίο του πολιτικού οικολογισμού μέσω μιας συνεπούς, υπερ-επεξεργασμένης, προγραμματικής πρότασης. Από πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής σκοπιάς, το πείραμα της «Europe Ecologie» στάθηκε το πλέον καινοτόμο του είδους του στην Ευρώπη υπερβαίνοντας ακόμη και εκείνο των γερμανών Grünen. Όχι τυχαία, κατέκτησε άμεσα την κοινωνική συναίνεση υπερβαίνοντας τάχιστα τα ποσοστά τα οποία οι Grünen κατέκτησαν σε 30 χρόνια. Το στοίχημα που τίθεται σήμερα αφορά την διάρκεια των κατακτήσεων του πειράματος. Προσωπικά πιστεύω ότι θα διαρκέσουν αρκετά διότι η «Europe Ecologie» αποδεικνύεται, μέρα με την ημέρα, ικανή σοβαρού πραγματισμού, αρκετά ρεφορμιστική και σφόδρα καινοτομική σε πολιτισμικό επίπεδο.

Δεδομένης της βαθιάς κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας, όταν η οικονομική κρίση μετατοπίζει μέρος της κοινωνίας στον χώρο του λαϊκισμού της δεξιάς, την μοναδική επιλογή αξιοπρεπούς εκπροσώπησης και νεωτεριστικής πολιτικής και πολιτισμικής προοπτικής δεν αποτελεί παρά ο οικολογισμός. Από αυτή την σκοπιά, τα τελευταία 20 χρόνια η Ευρώπη αντιμετώπισε:
- την μετάβαση από μια σοσιαλδημοκρατική πλειοψηφία σε μια πλειοψηφία της δεξιάς, έντονα λαϊκίστικου χαρακτήρα,
- την παρουσία ισχυρών φαινόμενων δεξιού λαϊκισμού ακόμη και εκεί που υπάρχει κυβέρνηση της δεξιάς, φιλελεύθερης ή και συντηρητικής, όπως στην Γερμανία, στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και τώρα στην Γαλλία με την Μαρίν Λε Πεν,
- μια βαθιά, πρωτοφανή, κρίση της σοσιαλδημοκρατίας της οποίας γινόμαστε καθημερινά ακούσιοι παρατηρητές.

Σε αυτό το κοινωνικο-πολιτικό σκηνικό, ο πολιτικός οικολογισμός συνιστά το μόνο στοιχείο καινοτομίας. Από μόνος του, φυσικά, δεν θα κατορθώσει να δώσει λύση στα προβλήματα και δεν θα κατορθώσει να σχηματίσει κυβερνήσεις, με εξαίρεση την διάσταση της τοπικότητας. Αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί, όμως, ένα σημαντικό σημείο αναφοράς, σύγκρισης και αντιπαραβολής, που υποχρεώνει τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, να αναμετρηθούν με νέες προβληματικές αναμφίβολα καθοριστικές για ένα βιώσιμο μέλλον.

Αυτά συμβαίνουν στην Γαλλία όπου η «Europe Ecologie» όχι μόνο κατόρθωσε να πείσει κοινωνικούς τομείς που θα μπορούσαν, δυνητικά, να προσχωρήσουν στην λαϊκιστική δεξιά αλλά και να αφοπλίσει δυναμικά τους γάλλους σοσιαλιστές οι οποίοι, έκτοτε, έχουν περιέλθει σε είδος εσωτερικής περίσκεψης γύρω από τον τρόπο διεξόδου τους από την κρίση. Το ίδιο συμβαίνει και αλλού, με άλλο τρόπο, στην Γερμανία της Μέρκελ ή και στην Βρετανία του Κάμερον, όπου οι πολιτικές μοιάζουν εμφανώς πολύ πιο προσεκτικές στα περιβαλλοντικά και στα οικολογικά ζητήματα, πολύ περισσότερο από ότι συμβαίνει στην Ιταλία και από την συμπολίτευση και από την αντιπολίτευση. Σε αυτές τις χώρες ακόμη και οι κυβερνήσεις της δεξιάς - είτε φιλελεύθερης είτε συντηρητικής - αντιμετωπίζουν ανοικτά τα περιβαλλοντικά και τα οικολογικά ζητήματα και τα εισάγουν στην πρώτη γραμμή της πολιτικής τους ατζέντας, λόγω του ότι πλανάται η πιεστική ανάγκη ενός νέου πολιτικού υποκειμένου, πολιτικού οικολογισμού, σαν δύναμης σύγκρουσης και συναίνεσης ταυτόχρονα, η οποία επιβάλλει σε όλους, δεξιά και αριστερά, να λογαριαστούν μαζί της. Στην Ιταλία αυτό δεν συμβαίνει.

Ταξική πάλη και κοινωνική αποσύνθεση

Μια απορία που γεννιέται εύλογα είναι η ακόλουθη: 
- Οι ιδεολογικές ρίζες της δεξιάς και της αριστεράς, που ανάγονται στον 19o αιώνα, τρέφονται από την ταξική πάλη.
- Ο λαϊκισμός της δεξιάς φιλοδοξεί να καταστεί εργαλείο εκτοπισμού της προσέγγισης της ταξικής πάλης. Όχι τυχαία, προσπαθεί να προσεταιριστεί τα πλέον διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.
- Διακηρύσσοντας την εγκαρσιότητα του, ο πολιτικός οικολογισμός φαίνεται ότι αποσκοπεί στο ίδιο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι ταξική πάλη παραμένει.
- Ποιος θα αναλάβει την «διευθέτηση» του προβλήματος;

Η ταξική πάλη όχι μόνο παραμένει αλλά προβάλλεται έντονα τις τελευταίες δεκαετίες μέσω της διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, ολοένα μεγαλύτερης και ολοένα πιο ριζοσπαστικοποιημένης από ποτέ. Αυτό το οποίο μεταλλάσσεται είναι οι μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται, όπως ο κοινωνικός θρυμματισμός, η εξαΰλωση της φάμπρικας και η αποσύνθεση των πολιτικών και συνδικαλιστικών υποκειμένων που, κατά κάποιο τρόπο, την εκφράζουν. Φαινόμενα χρηματιστικού και ατομικού υπερ-πλουτισμού, παράλληλα της προοδευτικής φτωχοποίησης ολοένα περισσότερων κοινωνικών στρωμάτων - άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, περιθωριακοί, μεσαία τάξη κ.λ.π. - ήταν πρακτικά άγνωστα τις προηγούμενες δεκαετίες. Πρόκειται για φαινόμενα εντυπωσιακής κλίμακας τα οποία εκδηλώνονται στο πλαίσιο ενός διάχυτου κοινωνικού θρυμματισμού, πολιτισμικού αποπροσανατολισμού και της απουσίας πολιτικών σημείων αναφοράς.

Στην βόρεια Ιταλία η κοινωνική βάση της Λίγκας του Βορρά είναι κύρια η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα και το προλεταριάτο. Στα περισσότερα εργοστάσια του βορρά πολλοί από τους εργαζόμενους που ανήκουν στην CGIL - Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας - ψηφίζουν Λίγκα. Θυμάμαι όμως ότι όταν δεν υπήρχε ακόμη η Λίγκα του Βορρά, όταν υπήρχαν μόνο οι διάφορες περιφερειακές Λίγκες στα μέσα της δεκαετίας του ’80, μία έρευνα του Ινστιτούτου Γκράμσι πιστοποιούσε ότι η σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων της Βενετικής Λίγκας προέρχονταν από την κομματική βάση του Κουμμουνιστικού Κόμματος. Αυτά για να καταλάβουμε ότι η Λίγκα δεν αποτελεί φαινόμενο της τρίτης χιλιετίας, αλλά φαινόμενο που άρχισε να υφαίνεται πολύ πρωτύτερα, διαβρώνοντας πρώτα την λαϊκή βάση του Κουμμουνιστικού Κόμματος και έπειτα εκείνη της Χριστιανικής Δημοκρατίας για να σημειώσει μια εκρηκτική διάχυση, όχι τυχαία, την στιγμή που καταρρέει το παλιό πολιτικό σύστημα αμέσως μετά το 1989.

Όταν αναφερόμαστε στην κρίση της αριστεράς, στην εγκατάλειψη της από την εργατική τάξη, παραλείπουμε κάθε αναφορά στα περισσότερα από δυόμιση εκατομμύρια μεταναστών που ζουν σήμερα στην Ιταλία, τα οποία επιφορτίζονται τις χειρότερες εργασίες, αισθάνονται βαθιά εκμεταλλευμένα, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, δεν έχουν οργανωμένη αντιπροσώπευση αλλά ούτε και αναγνώριση των δικαιωμάτων τους. Ο Αντόνιο Γκράμσι έλεγε ότι τα κόμματα δεν είναι άλλο παρά η εκπροσώπηση των τάξεων και το Κομμουνιστικό Κόμμα το κόμμα της εργατικής τάξης. Φυσικά αυτό δεν έχει πια νόημα και δεν ισχύει σήμερα αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της αποποίησης του «ταξικού» και της εξαΰλωσης κάθε δεσμού με τις λαϊκές τάξεις. Και ως προς αυτό πρέπει να θυμηθούμε ότι η Χριστιανική Δημοκρατία αυτορίζονταν σαν «διαταξική» καθόσον έβαζε μαζί τον καθολικό εργάτη με τον καθολικό επιχειρηματία.

Σιωπηρή επανάσταση και μετα-υλικές αξίες

Σήμερα υπάρχει ο φόβος ότι και ο πολιτικός οικολογισμός κινδυνεύει να μεταλλαγεί σε κίνημα ανίκανο να δημιουργήσει διάλογο με τα «κατώτερα» στρώματα της κοινωνίας. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός μολονότι πιστεύω ότι αποκτά πραγματική οντότητα σε βάθος χρόνου. Ο οικολογισμός στάθηκε ένα φαινόμενο κύρια μετα-υλικό. Στάθηκε δηλαδή μια πολιτική και πολιτισμική πρακτική και θεωρητική αναγνώριση από μέρους κοινωνικών τομέων που, κατά κάποιο τρόπο, δεν είχαν σαν κύριο πρόβλημα εκείνο της επιβίωσης.

Η γένεση του φαινόμενου του οικολογισμού εντοπίστηκε από τους κοινωνιολόγους που ανέλυαν τις βαθιές μεταλλαγές της κοινωνίας μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’70 και των αρχών εκείνης του ’80. Θυμάμαι τον Ρόναλντ Ινγκλεχαρτ και το «Η σιωπηρή επανάσταση» που έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 για να αναλύσει τις βαθιές αλλαγές που γίνονταν κάτω από την κρούστα της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας, αλλαγές διάβασης από τις υλικές στις μετα-υλικές αξίες, από τα κινήματα γενικού χαρακτήρα στα θεματικά κινήματα, στα κινήματα μεμονωμένων αξιών, μεμονωμένων στόχων και μεμονωμένων προβληματικών - περιβάλλον, πυρηνικά, κατανάλωση, ποιότητα ζωής, ειρήνη. Φυσικά, εκείνη η περίοδος στάθηκε και η περίοδος της κύριας ανάπτυξης των ειρηνικών κινημάτων, κοινωνικής και πολιτισμικής μήτρας του μελλοντικού οικολογισμού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά συνέπεια, ότι η πολιτική οικολογία με την έννοια της πολυπλοκότητας στην οποία αναφέρομαι συνήθως - περιβαλλοντική και κοινωνική οικολογία, οικολογία της σκέψης, οικολογία των θεσμών κ.λ.π. - ενδιαφέρει την κοινωνία στο σύνολο της και όλα τα κοινωνικά στρώματα. Εάν θέλουμε να έχει μέλλον στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, οφείλει να αποκτήσει τη ικανότητα πρόσδωσης μιας διαφορετική προοπτικής από αυτή του ισχύοντος μοντέλου ανάπτυξης ακόμη και στα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Οφείλει να προσδώσει μια διαφορετική οπτική τόσο με όρους οικονομικού όσο και με όρους πολιτισμικού μοντέλου καθόσον τα φαινόμενα του λαϊκισμού της δεξιάς έχουν ισχυρή ανταπόκριση στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα τα οποία αισθάνονται φόβο για την μετανάστευση, βαθιά κοινωνική ανασφάλεια, φόβο για το μέλλον, ανασφάλεια για την θέση εργασίας τους και ζουν φαινόμενα περιοδικής εργασίας και περιθωριοποίησης.

Η έξοδος από τον μειοψηφισμό στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής διάστασης

Για να νικήσουμε το μικρόβιο του μειοψηφισμού ως προς την ευρωπαϊκή διάσταση, το κύριο ζητούμενο στην Ιταλία σήμερα έγκειται στον εντοπισμό των προσώπων, των ομάδων, των κινημάτων, της πολιτικής κουλτούρας και του προγράμματος ενός νέου κινήματος πολιτικής οικολογίας. Δεν θα μιλούσα για «ιδεολογία» καθόσον αποτελεί έννοια που ξεπεράστηκε από το οικολογικό κίνημα ευθύς εξαρχής, από την γένεση του. Θα αναφερόμουνα, αντίθετα, σε «πολιτική οπτική» ή, ακόμη, σε «πολιτικό πάθος» διότι δίχως οπτική και δίχως πάθος δεν κινητοποιούνται τα άτομα, δεν δημιουργείται συναίνεση, δεν δημιουργείται ελπίδα και εμπιστοσύνη και, κύρια, δεν προκαλείται μεταστροφή σκέψης και νοοτροπιών. Αυτό αποτελεί σήμερα το επείγον αλλά και την μεγαλύτερη πρόκληση. Είναι όμως σαφές ότι ένα νέο υποκείμενο πολιτικής οικολογίας, που θα περιλαμβάνει και τους «Πράσινους», θα πρέπει να στοχεύσει πολύ πέραν του «Πράσινων», της ιστορίας τους και των ιστορικών στελεχών τους, που χρεώθηκαν όλα τα ελαττώματα και όλες τις αδυναμίες των «Πράσινων» των μεσογειακών χωρών του νότου της Ευρώπης  μαζί με τα δικά τους βαριά πολιτικά λάθη.

Το ότι έγιναν τραγικά λάθη το αποδεικνύουν τα εκλογικά αποτελέσματα των τελευταίων ετών. Ποια είναι όμως αυτά τα λάθη;
- Πρώτιστα, η εγκατάλειψη του χαρακτήρα της έντονης πολιτισμικής καινοτομίας και της πολιτικής και κοινωνικής εγκαρσιότητας που ήταν στο DNA του πρώιμου οικολογισμού.
- Κατά δεύτερο λόγο η εγκληματική αδιαφορία για την αλλαγή του πολιτικού και του εκλογικού συστήματος.

Είναι βέβαιο ότι δεν ήταν καθόλου εύκολη η αντιμετώπιση της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης όπως διαμορφώθηκε στην αρχή της δεκαετίας του ’90. Οι «Verdi» συγκροτήθηκαν και είχαν τις πρώτες τους επιτυχίες, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’80, χάριν στο αναλογικό εκλογικό σύστημα και, σχεδόν παντού, σαν δύναμη αντιπολίτευσης και εναλλακτικότητας. Από το 1994 κλήθηκαν να αναμετρηθούν με ένα νέο εκλογικό σύστημα που επέβαλλε τις πολιτικές συνεργασίες και επέλεξαν - πιστεύω όπως θα αναμένονταν - την συμμαχία με την κεντροαριστερά σε αντιπαράθεση με την κεντροδεξιά. Με αυτή τους την επιλογή, όμως, έχασαν την δυνατότητα - και όχι την ικανότητα - να δημιουργούν πεδία διαλόγου με κοινωνικούς τομείς που ψηφίζουν μεν κεντροδεξιά αλλά είναι ευαίσθητοι τόσο στο περιβαλλοντικό όσο και στο οικολογικό ζήτημα.

Τα λάθη των Ιταλών «Πράσινων»

Με την πρώτη εφαρμογή του νέου εκλογικού συστήματος, το 1994, οι «Verdi» άφησαν κατά μέρος το πολιτικό «πράσινο» και παρουσιάστηκαν στις εκλογές με τους «προοδευτικούς» στο πλαίσιο μιας «εύθυμης πολεμικής μηχανής». Ο όρος «προοδευτικοί» δεν αμφισβητήθηκε και δεν συζητήθηκε ποτέ αν και δεν υπάρχει τίποτα το πιο παράδοξο για την οικολογική οπτική της κοινωνίας από την χρήση του, προϊόντος οπτικών και σκέψης εκβιομηχανισμού και Τρίτης Διεθνούς. Στην συνέχεια, έλαβε χώρα ένα γεγονός ιδιαίτερα θετικό για τους «Verdi» όπως η συγκρότηση της «Ελιάς» του Πρόντι. Ι «Verdi» καθίστανται, ευθύς εξαρχής, ιδρυτικοί εταίροι του σχηματισμού μαζί με το «Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς» - PDS και τους «Λαϊκούς», επιλογή ιδιαίτερα έξυπνη για την εποχή. Η επιλογή τους προσδίδει ένα προφίλ περισσότερο «ανοικτό» και ρεφορμιστικό και τους προβάλλει από το πεδίο της κουλτούρας της αντιπολίτευσης σε εκείνο της κουλτούρας της συμπολίτευσης: ακόμα και αν κερδίζονταν ή χάνονταν οι εκλογές, το κόμμα θα παρέμενε στην λογική της κουλτούρας της κυβέρνησης, μια ρεφορμιστική κουλτούρα υποψήφια διακυβέρνησης.

Η αρχή της παρακμής, κατά την γνώμη μου, οριοθετείται στις αρχές του 2001 όταν, παρά την κάθετη διαφωνία μου, οι «Verdi» προσεταιρίζονται την άκρα αριστερά, την «Ριζοσπαστική Αριστερά» ή «Cosa Rossa» των εφημερίδων της εποχής. Έτσι, μαζί με την άκρα αριστερά, περιθωριοποιούνται σε ένα είδος πολιτικού χώρου σε εξαΰλωση για προφανείς ιστορικούς, πολιτισμικούς και πολιτικούς λόγους. Αυτό που αρχικά έδειχνε σε θέση να αποδώσει ακόμη και 10 ή 15% με όρους συναίνεσης, άρχισε να φθίνει τάχιστα λόγω της αναπόφευκτης φθίσης των ιδεολογικών του αναφορών, του κουμμουνισμού και του μετα-κομμουνισμού. Με όλο τον σεβασμό στους οπαδούς του κουμμουνισμού και του μετα-κομμουνισμού, δεν μπορούμε παρά να επιμείνουμε ότι επρόκειτο, σε κάθε περίπτωση, για ένα φαινόμενο ιστορικά τελειωμένο το οποίο δεν έτυχε ποτέ της πρέπουσας ανάλυσης στην Ιταλία λόγω της έκρηξης της επιχείρησης «Καθαρά Χέρια» αμέσως μετά το ’89.
Η αυτοκαταστροφικότητα της «Ριζοσπαστικής Αριστεράς»

Το γεγονός ότι οι «Verdi», οι οποίοι συγκροτούνται στο τέλος της εποχής των ιδεολογιών, μέσα από την υπέρβαση των ιδεολογιών του δεκάτου ενάτου αιώνα, την υπέρβαση της οπτικής του εκβιομηχανισμού σαν κυρίαρχου πολιτισμικού παραδείγματος και από την ζωτική ανάγκη μιας πολιτικο-κοινωνικής εγκαρσιότητας, προσχωρούν αιφνίδια στον περιθωριακό χώρο της «Ριζοσπαστικής Αριστεράς» - της «Cosa Rossa» - στάθηκε μια αυτοκαταστροφική επιλογή που δεν μπορούσε να καταλήξει διαφορετικά. Για μια δεκαετία, περίπου, σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ακούγονταν μέρα με την ημέρα ότι «η «Κομμουνιστική Επανίδρυση», οι Κομμουνιστές και οι Πράσινοι… οι Πράσινοι, οι Κομμουνιστές και η «Κομμουνιστική Επανίδρυση»… αντέδρασαν… διαμαρτυρήθηκαν» κ.λ.π., για να προσδώσει στους «Πράσινους» το προφίλ ενός πολιτικού χώρου που δηλώνει μεν οικολογισμό αλλά, στην πραγματικότητα, κινείται στην σφαίρα του καθαρού κομμουνισμού. Ούτε καν μετα-κομμουνισμού. Η επιλογή οδήγησε σε μια προγραμματική ένδεια και, κυρίως, στον προοδευτικό μηδενισμό της κουλτούρας του χώρου, σε πλήρη αντίθεση με την καθημερινή πολιτική δράση πολλών «πράσινων» στο πεδίο των δημοτικών, επαρχιακών και περιφερειακών αυτοδιοικήσεων ή και στην καθημερινότητα του ευρωκοινοβουλίου και της κοινοβουλευτικής ζωής της χώρας.

Αυτή η αυτοκτονική πολιτική τοποθέτηση, η οποία διάρκεσε μια ολόκληρη δεκαετία, έκλεισε τον κύκλο της μεταξύ των εθνικών εκλογών του 2008 και των ευρωεκλογών του 2009. Η πρώτη καταστροφική επιλογή ήταν εκείνη της συμμετοχής στις εθνικές εκλογές του 2008 μέσω της συμμαχίας «Αριστερά Ουράνιο τόξο», που περιλάμβανε όλους τους παραπάνω μαζί με ανεξαρτητοποιημένα κομμάτια της Δημοκρατικής Αριστεράς. Πρόκειται για την περίοδο των σχιζοφρενικών επιλογών του Βελτρόνι και της συλλογικής τρέλας - «μόνοι στις εκλογές» και «ναι στην πλειοψηφική τάση» - η οποία χάρισε την νίκη στον Μπερλουσκόνι και στην κεντροδεξιά. Από τότε ο Μπερλουσκόνι επιβιώνει περισσότερο χάριν των τραγικών λαθών της κεντροαριστεράς παρά λόγω της δικής του δύναμης.

Θεωρώ αδιανόητο να ψηφίζεται κατά πλειοψηφία η κεντροαριστερά μόνο και μόνο διότι η κεντροαριστερά αιτεί την παραίτηση του Μπερλουσκόνι διότι ο Μπερλουσκόνι έχει την Ρούντι ή την Νοέμι ή οποιαδήποτε άλλη ερωμένη. Μπορεί να ξευτελίζεται ο Μπερλουσκόνι - που σε κάθε περίπτωση το κάνει και μόνος του - αλλά δεν δημιουργείται εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, από τον επόμενο χρόνο της ήττας στις βουλευτικές εκλογές του 2008 και της εξόδου από το κοινοβούλιο - για πρώτη φορά από το 1987 - αρχίζει το δράμα. Λίγο πριν τις ευρωβουλευτικές του 2009 οι «Verdi» αποφασίζουν την είσοδο στον συνασπισμό «Αριστερά και Ελευθερία» παρά την κάθετη διαφωνία μου. Μια συμμαχία εντελώς διαφορετική από το σημερινό κόμμα του Βέντολα η οποία, συν τοις άλλοις, αρνείται να προσθέσει την λέξη «οικολογία» στο σύμβολο της. Τώρα που οι «Verdi» δεν είναι μέρος του συνασπισμού την πρόσθεσαν. Επιπλέον, την περίοδο εκείνη ο Βελτρόνι - με τον Φραντσεσκίνι - και ο Μπερλουσκόνι βάλθηκαν να αλλάξουν τον εκλογικό νόμο με στόχο την ολοκλήρωση του έργου της «θεσμικής κάθαρσης»: αιφνίδια και σχεδόν πραξικοπηματικά, εισάγουν το όριο του 4% που δεν είχε απολύτως καμιά αξία για τις ευρωβουλευτικές καθόσον δεν υφίσταται πρόβλημα διακυβέρνησης. Με αυτό τον τρόπο εξαφανίστηκαν από την ευρωβουλή οι ιταλοί «Πράσινοι», οι κομμουνιστές και οι μετα-κομμουνιστές, οι ιταλοί ριζοσπαστικοί και οι σοσιαλιστές. Δημιουργήθηκε έτσι μια πολιτική έρημος, η οποία βαφτίστηκε «πλειοψηφική τάση», με αποκλειστική ευθύνη των πρωταγωνιστών του καταθλιπτικού πανοράματος της ιταλικής κεντροαριστεράς.

 
Η μεταστροφή του Φιούτζι και η «Οικολογική Επανίδρυση»

Τα ερωτήματα που τίθενται πλέον είναι περισσότερο από προφανή. Τι γίνεται τώρα; Τι πιθανότητες έχει η δημιουργία ενός ευρύτατου, πολιτικά φερέγγυου, οικολογικού κινήματος στην Ιταλία;

Οι αναφορές στο ευρωπαικό σκηνικό και στα ευρωπαικά δρώμενα, στο πλαίσιο της παρούσας κριτικής θεώρησης, αναδεικνύουν ότι οι δυνατότητες συγκρότησης ενός πολιτικού υποκείμενου στο πεδίο του οικολογισμού - ανοικτού, πλουραλιστικού, νεωτεριστικού σε πολιτισμικό περιεχόμενο, ικανού να συσχετιστεί με όλους τους κοινωνικούς τομείς και όλη την κοινωνία - είναι τεράστιες, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου. Είναι, λοιπόν, περισσότερο από αναγκαία η υπέρβαση των σημερινών «Πράσινων» στο πλαίσιο μιας προσέγγισης του οικολογισμού καταλυτικά ευρύτερης που να επιτρέπει την οριστική απομάκρυνση από τα ιστορικά τους λάθη. Αυτή η ανάγκη μας φέρει στην αρχή μιας νέας διαδρομής που θα συνόψιζα σαν «Οικολογική Επανίδρυση».

Μετά την καθυστερημένη αλλά υγιή μεταστροφή του Συνεδρίου του Φιούτζι, τον Οκτώβριο του 2009, οι «Verdi» μπορούν και πρέπει να είναι το βασικό εργαλείο στην υπηρεσία της στρατηγικής προοπτικής της «Οικολογικής Επανίδρυσης». Προσωπικά ελπίζω ότι οι ιταλοί «Πράσινοι», που κοίταξαν και κοιτούν με μεγάλο ενδιαφέρον το πείραμα του Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και της «Europe Ecologie» στην Γαλλία, θα έχουν την σύνεση και την οξυδέρκεια να αποφύγουν τον πειρασμό των μοναχικών διαδρομών ή της διεκδίκησης ηγεμονικών ρόλων στο πλαίσιο αυτής της προοπτικής και, αντίθετα, να εφοδιαστούν με όλη τη καλή διάθεση συνεργασίας και σύνθεσης με πολλούς άλλους.

Το ιταλικό πολιτικό σύστημα έχει ένα ιδιότυπο δομικό χαρακτηριστικό: δεν διαθέτει καμία πολιτική δύναμη σε θέση να καταστήσει τους «Πράσινους» «βιοδιασπώμενους», με λίγα λόγια να ισχυριστεί ότι μπορεί να επωμιστεί εξολοκλήρου το οικολογικό ζήτημα. Αυτό ισχύει κατά κύριο λόγο για το πρώτο κόμμα της κεντροαριστεράς, το Δημοκρατικό Κόμμα - PD. Ο Γραμματέας του Μπερσάνι, μολονότι αξιέπαινος για το οριστικό τέλος της περιόδου της αυτάρκειας του Βελτρόνι, μολονότι κέρδισε τις εσωτερικές εκλογές τους με σημαία την ανάγκη επανάκαμψης της πολιτικής των συνεργασιών, αποφεύγει την οποιαδήποτε αναφορά σε οποιαδήποτε οικολογική θεματική στις ομιλίες του σαν να μην έχει την παραμικρή αίσθηση της κεντρικότητας του οικολογικού ζητήματος  στον σημερινό κόσμο. Ούτε καν για «πελατειακούς» λόγους δεν αναφέρεται σε θεματικές όπως η κλιματική αλλαγή, η συλλογή των απορριμμάτων και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας - πλάι στα ζητήματα της εργασίας, της παιδείας ή και της οικονομικής κρίσης - θεματικές που θα μπορούσαν να συγκινήσουν, ανθρώπινα, τους πολίτες. Δεν καταλαβαίνει ότι η σημερινή κατάσταση απαιτεί ισχυρά κίνητρα, απαιτεί την ικανότητα εγρήγορσης του πολίτη με «δυνατές» αξίες, όταν τα μοναδικά μηνύματα είναι εκείνα του φόβου.
  
Ο λαϊκισμός της αριστεράς και η εναλλακτική πρόταση στον μπερλουσκονισμό

Το τελευταίο συνέδριο της «Αριστερά, Οικολογία και Ελευθερία», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στην Φλωρεντία, αποτέλεσε το σκηνικό ενός παραδοσιακού κομματιού της συνδικαλιστικής και της κομμουνιστικής και μετα-κομμουνιστικής αριστεράς, με πολιτική γλώσσα εκείνες του αριστερισμού και του συνδικαλισμού. Το συνέδριο αποτέλεσε το σκηνικό ενός ιδεολογικού και πολιτισμικού κόσμου άλλων εποχών, στον οποίο ανήκει ακόμη η φθαρμένη «Ριζοσπαστική Αριστερά» παρά το γεγονός ότι επιβιώνει πλέον μακριά από την «Κομμουνιστική Επανίδρυση» και τους «Ιταλούς Κομμουνιστές» - σε κοινό πολιτικό σχηματισμό σήμερα σαν «Συνομοσπονδία της Αριστεράς». Και δεν νομίζω ότι από αυτό το σκηνικό θα μπορέσει να προκύψει κάτι το νέο και ενδιαφέρον παρά το γεγονός ότι ο σχηματισμός επιβιώνει στις δημοσκοπήσεις ως επί το πλείστον λόγω της χαρισματικής προσωπικότητας του Νίκι Βέντολα, πολιτικού με ρόλο και φερεγγυότητα. Μια παραπάνω απόδειξη αποτελεί ακριβώς το συνέδριο της Φλωρεντίας: η πολυδιαφημισμένη ευρωπαϊκή παρέμβαση στάθηκε εκείνη του εκπροσώπου της «Λίνκε», κόμματος που παρέλαβε την κληρονομιά των κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας και της δυτικογερμανικής μαξιμαλιστικής αριστεράς μετά την απόσχιση της από τους σοσιαλδημοκράτες. Η παρέμβαση χειροκροτήθηκε έντονα αλλά, σε εμένα, έδωσε την εντύπωση της κατάθεσης μιας οπτικής πολιτικά και πολιτισμικά φθαρμένης, μιας οπτικής που εκπροσωπείται στην Γερμανία και στην Ιταλία  από ένα κοινωνικό και πολιτικό χώρο ιστορικά περιθωριοποιημένο.

Όσο αφορά τον Μπέππε Γκρίλλο τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Γκρίλλο έχει, κατά κάποιο τρόπο, αφομοιώσει όλη την οικολογική διάσταση των «Πράσινων», πήρε ότι μπορούσε να πάρει και το μετάλλαξε σε είδος ρόπαλου για το κεφάλι του ισχύοντος πολιτικού συστήματος. Δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε όμως να προχωρήσει στην κατάρτιση ενός προγράμματος και μιας πρότασης, μιας εναλλακτικής, οικολογικής, πολιτισμικής οπτικής διακυβέρνησης που θα μπορούσε να σώσει την Ιταλία.

Στην Ιταλία, από την άλλη μεριά, υπάρχει ένας διάχυτος μπερλουσκονισμός και δεξιά και αριστερά. Και αριστερά υπάρχουν πολιτικοί που πλάθουν πολιτικό προφίλ σε επικοινωνιακή βάση. Το κάνει ο Βέντολα περισσότερο προσεκτικά, το κάνει ο Ντι Πιέτρο, το κάνει εν μέρει και ο Γκρίλλο. Η πολιτική διάσταση του Γκρίλλο είναι πλήρης οικολογικού περιεχομένου αλλά λείπει προγραμματικής πρότασης και, κύρια, κουλτούρας διακυβέρνησης. Ο Γκρίλλο διακηρύσσει ανοιχτά ότι δεν την χρειάζεται και δεν την θέλει. Η παρουσία της λίστας Γκρίλλο στις περιφερειακές εκλογές του Πιεμόντε το 2010 στάθηκε καθοριστική για την ήττα της Μερτσέντες Μπρέσσο, υποψήφιας της κεντροαριστεράς

Σοβαρά λάθη έκανε και η κεντροαριστερά στο ζήτημα της TAV - Τρένου Υψηλής Ταχύτητας και η μεγάλη επιτυχία του Γκρίλλο στο Πιεμόντε βασίστηκε στην κριτική του θέση γύρω από αυτό. Ο τρόπος όμως με τον οποίο κάνει πολιτική και η προγραμματική του ανεξαρτησία από κάθε πολιτική συνεργασία αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα της επιβολής της Λίνγκας και της κεντροδεξιάς. Η απάντηση του - «δεν είναι αλήθεια ότι έκανα να χάσει η Μπρέσσο, η Μπρέσσο έκανε να χάσω εγώ» - υποδηλώνει παντελή απουσία ηθικής της υπευθυνότητας που, μαζί με τις αρχές της προνοητικότητας και της ελπίδας συνιστούν την πραγματική εναλλακτική οπτική στον φονταμενταλισμό και στον λαϊκισμό και της αριστεράς.

Αναφορικά με την προώθηση ενός πολιτικού οικολογισμού ευρωπαϊκής διάστασης και στην Ιταλία, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι είμαστε μόλις στην αρχή παρά την πάροδο ενός τέταρτου του αιώνα από την δημιουργία του πράσινου κινήματος. Παράλληλα, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σήμερα αν θα υπάρξει μια κεντροαριστερά στο ύψος μιας σοβαρής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, φερέγγυας και πειστικής για την πλειοψηφία της κοινωνίας των πολιτών. Από αυτή την άποψη υπάρχει η πιθανότητα να πέσει η σημερινή κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, να προκηρυχτούν πρόωρες εκλογές και να έχουμε ένα μπερλουσκονισμό δίχως Μπερλουσκόνι. Για να μην συμβεί αυτό έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας έως την σύνθεση μιας προγραμματικής πρότασης πολιτικής φερεγγυότητας και καινοτομίας και έως την συγκρότηση μιας πλουραλιστικής, ρεφορμιστικής, πολιτικής συμμαχίας που να μην είναι αποκλειστικό προϊόν του αντιμπερλουσκονισμού.

Στο πλαίσιο μιας τέτοιας υπόθεσης, πολιτικής, πολιτισμικής, οικονομικής και ηθικής «αναδόμησης», ο πολιτικός οικολογισμός οφείλει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο με κύριο έργο την πίεση του ιταλικού πολιτικού συστήματος έτσι ώστε να σταθεί στο ύψος της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικολογικής ατζέντας.

γδ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.