Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Οικολογία των θεσμών


 
Οικολογία, δημοκρατία και κράτος δικαίου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης
του  Ντομένικο Γκάλλο

Κατά παράδοση, υπάρχει ένα βαθύ πρόβλημα  οικολογίας των θεσμών. Η ανάγκη προστασίας της βιόσφαιρας, η αναγκαιότητα προστασίας της ζωής στον πλανήτη απέναντι στην εκτεταμένη καταστροφή των φυσικών πόρων - του αέρα, του νερού και της βιοποικιλότητας - θέτει ένα ουσιαστικό πρόβλημα οικολογικής αντίφασης. Η οικολογική αντίφαση είναι πρωτογενής και, ως εκ τούτου, προϋπάρχει και υπερτερεί όλων των άλλων πολιτικών αντιφάσεων συμπεριλαμβανομένων και των ταξικών. Λόγω δε του πρωτογενή της χαρακτήρα προσλαμβάνεται σαν προ-πολιτική και οδηγεί στην αξιολόγηση των οικολογικών κινημάτων σαν φορέων ουδέτερων, απολιτικών, οπτικών και διεκδικήσεων ή οπτικών και διεκδικήσεων ξένων προς το θεσμικό επίπεδο.

Η κοινή θεώρηση της οικολογικής αντίφασης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η θεσμική διάσταση παραμένει ουδέτερη ή αδιάφορη ως προς τις βασικές της απαιτήσεις. Υπάρχουν θεσμικά μοντέλα και περιβάλλοντα εμφανώς λειτουργικά στις τεχνικές, παραγωγικές, οικονομικές και πολιτικές επιλογές που υποβοηθούν την προσβολή του περιβάλλοντος και άλλα που, αντίθετα, τις περιορίζουν ή τις παρεμποδίζουν.


Ένα από τα υποδειγματικότερα αντιοικολογικά θεσμικά μοντέλα είναι, αναμφίβολα, εκείνο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Βασισμένο στον συγκεντρωτισμό, στον προγραμματισμό όλων των οικονομικών και τεχνο-οικονομικών επιλογών από μέρους λίγων, στην αδιαπερατότητα των δομών εξουσίας από κάθε μορφή δημοκρατικού ελέγχου από τα κάτω, στην απουσία πολιτικής ευθύνης και ελέγχου νομιμότητας, το εν λόγω μοντέλο παρήγαγε κολοσσιαίες περιβαλλοντικές καταστροφές όπως η αποξήρανση της λίμνης Αράλ και το Τσερνομπίλ.

Η αποξήρανση της λίμνης Αράλ αποτελεί τεράστια καταστροφή και προϊόν ενός ανεύθυνου και αυταρχικού οικονομικού προγραμματισμού. Η επιλογή της εκτροπής των δύο ποταμών που τροφοδοτούσαν την λίμνη, ώστε να δημιουργηθεί μία απέραντη έκταση εντατικής καλλιέργειας βαμβακιού, μετάλλαξε μια οικολογική ισορροπία αιώνων με ανεκτίμητες ζημιές για την τοπική οικονομία και την υγεία των κατοίκων. Η περίπτωση της λίμνης Αράλ  συνιστά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα καταστροφικών συνεπειών ενός θεσμικού συστήματος που δόμησε και διατήρησε την μέγιστη απόσταση μεταξύ πολίτη και πολιτικής κάστας και την ελάχιστη δυνατότητα ελέγχου των οικονομικών και παραγωγικών πολιτικών που εκείνη αποφάσιζε. Η περίπτωση Τσερνομπίλ, αντίθετα, αποτελεί προϊόν τεχνο-παραγωγικών επιλογών θεμελιωμένων σε μία προμηθεική προσέγγιση της φύσης που συμμερίστηκε, ισόποσα, ο υπαρκτός σοσιαλισμός με την Δύση.

Στο εσωτερικό ενός πολιτικού συστήματος η οικολογική αντίφαση αποτελεί αποκλειστική απόρροια κοινωνικών αντιφάσεων. Οι άνθρωποι είναι σε θέση να αγωνιστούν για την ποιότητα του νερού η και του αέρα και όχι τα ψάρια ή τα πουλιά. Για να το κάνουν, όμως, έχουν την ανάγκη δημιουργίας συλλογικότητας και κοινωνικής οργάνωσης σε θέση να διαθέτουν, άμεσα ή έμμεσα, τον κατάλληλο βαθμό πρόσβασης και αντιπροσώπευσης στο πολιτικό σύστημα. Οπου απονεκρώνεται ο πλουραλισμός και η πολιτική αντιπροσώπευση, μέσω σκληρών πλειοψηφικών συστημάτων και συμπαγών πολιτικών μεγα-σχηματισμών, εξαυλώνεται η πολιτική ορατότητα και εξασθενεί η ικανότητα οργάνωσης των κοινωνικών αιτημάτων που περιστρέφονται γύρω από την οικολογική αντίφαση. Τα κοινωνικά αιτήματα οικολογικού περιεχομένου συρρικνώνονται και συγχέονται με άλλα, αντιφατικού χαρακτήρα, χάνοντας την ταυτότητα τους και την χαρακτηριστική τους διάσταση σε επίπεδο νοήματος. Η πλήρης ορατότητα της οικολογικής αντίφασης απαιτεί ένα πολιτικο-θεσμικό σύστημα που εγγυάται τον πλουραλισμό αντί να τον απονεκρώνει, να πριμοδοτεί την συμμετοχή αντί να την αποθαρρύνει και να διευκολύνει την αντιπροσώπευση του κοινωνικού αιτήματος αντί να την συρρικνώνει.

Μία ώριμη, ολοκληρωμένη, συμμετοχική δημοκρατία αποτελεί το καταλληλότερο θεσμικό περιβάλλον συνεχούς προβολής των κοινωνικών απαιτήσεων και των αναγκών ποιότητας που θέτει η οικολογική αντίφαση  στην σφαίρα του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, κάθε μορφή αποκλειστικής, «απλουστευμένης», δημοκρατίας, δομημένης γύρω από τον ατομισμό και τον ανταγωνισμό, γύρω από το έλλειμμα συμμετοχικότητας διά μέσω των ενδιάμεσων κοινωνικών σωμάτων, γύρω από την ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κράτους, τα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα και τον προεδρισμό, συνιστά το πλέον ακατάλληλο θεσμικό περιβάλλον για την ανάπτυξη πολιτικών που στοχεύουν στην βιωσιμότητα και στην οικολογία της κοινωνίας.

Η οικολογία και ο οικολογισμός θέτουν σαν αδιαμφισβήτητη προϋπόθεση την δημοκρατία αλλά όχι μια οποιασδήποτε δημοκρατία. Προϋποθέτουν μια «πλούσια» δημοκρατία, μια δημοκρατία αντι-αυταρχική, περιεκτική και όχι αποκλειστική, μια δημοκρατία η οποία να εγκαλεί συνεχώς τον πολίτη στον προσεταιρισμό και στον συνεταιρισμό, στην συμμετοχή και στην συνδρομή, με δημοκρατικές μεθόδους, στο πλαίσιο του καθορισμού της συλλογικής πολιτικής. Μία δημοκρατία η οποία να θεμελιώνεται στην απρόσκοπτη λειτουργία των μηχανισμών του κράτους δικαίου, στην διάκριση και στην διάχυση των εξουσιών, στον έλεγχο της νομιμότητας και στην πλήρη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Ακόμα και προβληματικές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν, εκ πρώτης όψεως, ξένες στην οικολογική οπτική όπως η σύνθεση του ανώτατου δικαστικού οργάνου, σε αρκετές χώρες αποδεικνύονται έντονα οικολογικού χαρακτήρα αν υπολογιστεί ότι οι πρώτες παρεμβάσεις της δικαιοσύνης για την προστασία του περιβάλλοντος έγιναν δυνατές στο πλαίσιο ενός θεσμικού συστήματος που απέκλειε τον πολιτικό της έλεγχο και επέτρεπε την πραγματική της ανεξαρτησία εγγυημένη από μια θεσμικά κατοχυρωμένη αυτοδιοίκηση.

Είναι πρακτικά αδύνατο να διανοηθεί σήμερα ένα οποιοδήποτε πολιτικό υποκείμενο σχετικό με την οικολογική αντίφαση και την οικολογική προβληματική δίχως την ενσωμάτωση, στον γενετικό του κώδικα, του αγώνα για το δίκαιο, την δικαιοσύνη και την περιεκτική δημοκρατία. Ταυτόχρονα, η οικολογία των θεσμών αποτελεί κοινή οπτική των όσων επικαλούνται την παράδοση μιας κοινωνικής αλληλεγγύης δομημένης μέσω των εμπειριών των κοινωνικών κινημάτων. Και από αυτή την οπτική, η συνάντηση μεταξύ των δύο κόσμων προκύπτει αναγκαία όσο και αναπόφευκτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.