Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Προς υπεράσπιση της αποανάπτυξης - 1

 
Η τεχνολογική απάντηση
του Πάολο Κατσιάρι

Για ποιο λόγο θα είχαμε την ανάγκη της αποανάπτυξης όταν έχουμε στην διάθεση μας την «green economy», τις καθαρές τεχνολογίες, τον «πράσινο» κεϋνσιανισμό ή και τα «obamaeconomics»;

Για πολλούς, το οικολογικό ζήτημα, το κλιματικό χάος, η μείωση της βιοποικιλότητας και η κατάρρευση των έμβιων συστημάτων είναι κάλλιστα αντιμετωπίσιμο στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Ακόμη περισσότεροι θα έλεγαν ότι η σπάνια ικανότητα του καπιταλισμού να προάγει την αύξηση της επιστημονικής γνώσης και την ανάπτυξη της τεχνολογίας μας προσφέρει εργαλεία κατάλληλα για την επίλυση οιουδήποτε προβλήματος. 

Και ερωτώνταν ο Εντγκάρ Μορέν: «Ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να επιλύσει το πρόβλημα του ελέγχου της ανάπτυξης και, γενικότερα, της οικολογικής κρίσης; Πιστεύω ότι η απάντηση εξαρτάται από την γωνία εστίασης του οικολογικού ζητήματος… Εάν το οικολογικό ζήτημα θεωρηθεί αποκλειστικά από οικονομικής και τεχνολογικής σκοπιάς, τότε ο καπιταλισμός είναι σε θέση να συνδράμει μέσω μιας σημαντικής τεχνολογικής προσπάθειας. Φυσικά, η όλη προσπάθεια θα θέσει όρια και περιορισμούς που θα μπορέσει, κάλλιστα, να ανταπεξέλθει χάριν μιας οργανωτικής αναδιάρθρωσης... Από αυτή την άποψη η οικολογία θα μπορούσε να του προσδώσει μια νέα ώθηση έτσι όπως συνέβη πάντα με τις οικονομικές κρίσεις, θανατηφόρες επί της αρχής αλλά διεγερτικές ως προς τις συνέπειες. Θα μπορούσε να αναπτυχθεί, κατ’ακολουθία, ένας οικολογικός καπιταλισμός που θα μπορούσε να παράγει το «μη μολύνον», το «υγιές» και το ανακυκλωμένο…»


Τα πρόσφατα γεγονότα ήλθαν για να δικαιώσουν τον Μορέν. Μετά από χρόνια στο περιθώριο, ενέσκηψαν αίφνης στην επικαιρότητα ο νέο-φιλελευθερισμός και οι προφήτες της «πράσινης οικονομικής επανάστασης» του «φυσικού καπιταλισμού» - κατά τους Λόβινς και Χόκεν. Χρειάστηκε μια βαθιά κρίση, που συντάραξε τα θεμέλια της κλασικής οικονομικής σκέψης και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και ένας έγχρωμος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, για να φθάσουμε στο «Green New Deal» και στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση.

Από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων:
- «Οικο-νομία που διαλύει την κρίση. Εναλλακτικές πηγές ενέργειας για την υπέρβαση της οικονομικής ύφεσης και για να καθαρίσει ο πλανήτης» (Ιλ Σόλε 24 όρε)
- «Μια επανάσταση για τον πλανήτη. Στο περιβάλλον η σωτηρία μας» (Τόμας Φρίντμαν στην «Ρεπούμπλικα»)
- «Πετροδολάρια και καθαρή ενέργεια. Τα Εμιράτα αποφασίζουν την επένδυση των κερδών από την πώληση του πετρελαίου σε «πράσινες» τεχνολογίες» (Σερζ Έντερλιν στην «Διεθνή»).
- Το κλίμα γίνεται πραγματικό μπίζνες. Αυξάνει η προσφορά πιστωτικών προσφορών στον περιβαλλοντικό τομέα» (Ιλ Σόλε 24 όρε).
- «Η ελπίδα λέγεται green economy. Ο Ομπάμα άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού: θα μπορούσε να είναι η αρχή της αειφόρου επανάστασης» (Ιλ Σόλε 24 Ορε).

Οι ενεργητικότερες κυβερνήσεις άρχισαν να εισάγουν νέα στάνταρντ στους κανονισμούς τους, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και της ενεργειακής εξοικονόμησης ως προς την χρήση των πρώτων υλών, θεσμοθέτησαν γενναίες επιδοτήσεις των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της βιοκλιματικής επικαιροποίησης του κτιριακού δυναμικού και εγκαινίασαν την προαγωγή της πράσινης επιχειρηματικότητας, της αναδάσωσης και της ανακύκλωσης. Το μάθημα του  Ινστιτούτου Βούπερταλ και του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών άρχισε να πιάνει τόπο. Επιχειρηματίες και μηχανικοί επανήλθαν στην εξέταση των μεθόδων μείωσης των υπέρογκων ποσοτήτων ενέργειας και πρώτων υλών που απαιτεί ο οικονομικός κύκλος, μέσω της χρήσης νέων τεχνολογιών και διαχειριστικών προτύπων. Μετά από σαράντα χρόνιο κηρυγμάτων γύρω από την οικολογική κρίση - από την εποχή της πρώτης έκθεσης του Κλάμπ της Ρώμης το 1972 - η όλη ευαισθητοποίηση άφηνε ελπίδες πραγματικής αλλαγής.

Στην πραγματικότητα, η «green economy» δεν ήταν άλλο από την προσπάθεια πρακτικής εφαρμογής της αρχής της «βιώσιμης ανάπτυξης», με λίγα λόγια της μεταλλαγής σε συμφέρουσα - αποδοτικής και ανταποδοτικής - της παραγωγικής δραστηριότητας, διά μέσω της μείωσης των μη ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων που απαιτεί και της προστιμοποίησης της μόλυνσης, κάθε τύπου, που θα ήταν σε θέση να υποθηκεύσει τις «φυσικές υπηρεσίες» που προσφέρουν τα οικοσυστήματα. Με λίγα λόγια, κέρδος υπέρ του περιβάλλοντος και όχι ενάντια στο περιβάλλον. Φυσικός καπιταλισμός θα λέγαμε.

Ο πρώτος κανόνας που προτάσσουν οι οικονομολόγοι του περιβάλλοντος συνίσταται στον συνυπολογισμό του περιβαλλοντικού κόστους και του κόστους της διαδικασίας παραγωγής. Η ατμόσφαιρα, οι υδατικοί πόροι, το έδαφος και οι πρώτες ύλες δεν μπορούν να αποτελούν πια αγαθά που διατίθενται δωρεάν. Πρέπει να τιμολογηθούν και να διακανονιστούν και, κατά συνέπεια, να μεταλλαγούν σε ανταλλάξιμα: όσο πιο σπάνια είναι τόσο λιγότερο θα καταστρέφονται. Η ελεύθερη αγορά θα συνδράμει, στην συνέχεια, για να δημιουργήσει ερεθίσματα στο παραγωγικό σύστημα έτσι ώστε να ενταχθεί καλύτερα στην σφαίρα της εξοικονόμησης και της αποτελεσματικότητας.

Παρόλο που η οπτική της «green economy» φαντάζει απλή όσο και ορθολογική υποκρύπτει περισσότερες από μια δυσκολίες. Ποιά θα μπορούσε να ήταν η «σωστή τιμή» των αγαθών που διατίθενται δωρεάν από την φύση, τα οποία δεν είναι ανανεώσιμα και δεν λογαριάζονται, στην πλειοψηφία τους, στο πλαίσιο των οικονομικών διαδικασιών;

Πριν από πολλά χρόνια, ένας εξαιρετικός φυσιοδίφης όπως ο  Άλντο Λέοπολντ υπενθύμιζε ότι «η πλειοψηφία των μελών της κοινότητας της Γης δεν έχει οικονομική αξία. Τα άγρια λουλούδια και τα στρουθιόμορφα είναι ένα παράδειγμα. Από τους είκοσι δύο χιλιάδες τύπους ιθαγενών ζώων και φυτών του Ουισκόνσιν μόνο το 5% είναι κατά κάποιο τρόπο οικονομικά εκμεταλλεύσιμο. Και όμως, αυτές οι δημιουργίες είναι σημαντικό κομμάτι της βιοτικής κοινότητας. Δεδομένου δε ότι η σταθερότητα της τελευταίας εξαρτάται από την ακεραιότητα τους, αυτές έχουν κάθε δικαίωμα να εξακολουθούν να υπάρχουν». Οι επισημάνσεις του Λέοπολντ καλούν να αναρωτηθούμε αν αρχές όπως η «όποιος μολύνει πληρώνει» - αντί του απλούστερου «απαγορεύεται η μόλυνση» - συνιστούν πραγματική απόκλιση. Όπως αναλύει η Βαντάνα Σίβα στο τελευταίο της βιβλίο, το πρωτόκολλο του Κιότο - το μεγαλύτερο εγχείρημα προγραμματικής ενσωμάτωσης του περιβάλλοντος στην οικονομία της αγοράς που επιχειρήθηκε ποτέ – θεμελιώνεται ακριβώς στο νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα μόλυνσης σε μία ομάδα προεπιλεγμένων εταιρειών και επιχειρήσεων και στην άδεια εμπορίου των σχετικών αδειών εν είδη «πίστωσης». Η αποτυχία των πολύπλοκων διαδικασιών σχετικά με τον άνθρακα αποδεικνύει ότι το παραγωγικό σύστημα και τα κρατικά συμφέροντα είναι εξαιρετικά επιδέξια στην χειραγώγιση των κανόνων της αγοράς προς ίδιον όφελος με αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας, την εξωτερίκευση του κόστους και την βαριά εκμετάλλευση των ασθενέστερων οικονομιών.

Η βίαια παρεμβολή της «οικονομίας της φύσης» στην «οικονομία του χρήματος» δεν είναι μόνο αυθαίρετη αλλά και αναποτελεσματική. Θα ήταν καθαρά λογικότερη η αντιστροφή του εγχειρήματος αφού συνειδητοποιήσουμε ότι η οικονομία συνιστά υποσύστημα εξαρτώμενο από την βιόσφαιρα και τους κανόνες της στους οποίους είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε. Η επανασύνδεση οικονομίας και φύσης δεν είναι εφικτή παρά μόνο μέσω της αναγνώρισης ιεραρχιών και προτεραιοτήτων, όπως υπογράμμιζε και ο Πολ Χόκεν: «Ο παραδοσιακός βιομηχανικός καπιταλισμός αμελεί την απόδοση οικονομικής αξίας στο μεγαλύτερο ενεργειακό κεφάλαιο που χρησιμοποιεί, στους φυσικούς πόρους και στα βιοτικά συστήματα… Το σοβαρό έλλειμμα, αυτού του τύπου, δεν δύναται να αναπληρωθεί μέσω της απόδοσης απλής χρηματικής αξίας στο φυσικό κεφάλαιο… κατά κύριο λόγο διότι πολλές από τις υπηρεσίες των βιοτικών συστημάτων δεν είναι αναπληρώσιμες με οποιοδήποτε τιμή… (και) κατά δεύτερο, καθόσον η τιμολόγηση του φυσικού κεφαλαίου συνιστά άσκηση τουλάχιστον ανακριβή».

Ο προσηλυτισμός των δυνατών της Γης στον περιβαλλοντισμό οφείλεται αποκλειστικά σε προσεγγίσεις λογιστικού χαρακτήρα όπως αυτές που εμπεριέχονται στην έκθεση Στερν, συντεταγμένη κατά παραγγελία της βρετανικής κυβέρνησης το 2006. Ο Νίκολας Στερν - πρώην επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας - είχε υπολογίσει το χρηματικό κόστος της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, συμπεραίνοντας ότι θα ήταν πολύ πιο οικονομικά συμφέρουσα η αντιμετώπιση των αιτιών της παρά η προσπάθεια μετριασμού του φαινόμενου και προσαρμογής μας στις επιπτώσεις του.

Το νοητικό μοντέλο των θεωρητικών της «green economy» είναι εκείνο των παραδοσιακών οικονομολόγων. Η «κλιματική αλλαγή» εστιάζεται από την σκοπιά της οικονομικής ευκαιρίας καθόσον καθιστά αναγκαία μια βαθιά αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος προσφέροντας ευκαιρίες νέας επιχειρηματικότητας, νέου μπίζνες. Πολλοί υποψιάζονται ότι η περιβαλλοντική κρίση χρησιμοποιείται κατά τρόπο γνήσια εργαλειακό σαν πρόσχημα προώθησης νέων προϊόντων, ανακάλυψης νέων αγορών και νέων τεχνολογιών, έτσι ώστε να κρατηθεί ψηλά η διαφορά ανταγωνιστικότητας μεταξύ των δυτικών οικονομιών και των οικονομιών των αναπτυσσόμενων χωρών. Η θέσπιση ποιοτικότερων περιβαλλοντικών στάνταρντ στοχεύει απλά στην διατήρηση της τεχνολογικής υπεροχής στο πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού, στην δημιουργία μεγαλύτερης επιπρόσθετης αξίας, σε μεγαλύτερο κέρδος και, εν τέλει, σε μεγαλύτερα ποσά προς κατάθεση στο πεδίο των καταναλωτικών αγορών. Με λίγα λόγια αποσκοπεί περισσότερο στην αναγέννηση του καπιταλισμού παρά σε εκείνη των οικοσυστημάτων. Και υπάρχουν κάποιοι ήδη έτοιμοι να στοιχηματίσουν ότι η προσεχής κερδοσκοπική «φούσκα» θα αφορά τον τομέα των «πράσινων» επενδύσεων: νερό, βιοκαύσιμα και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. 

Όπως πάντα, η ικανότητα του καπιταλισμού να απορροφά ακόμη και τις πλέον ανταγωνιστικές προσδοκίες είναι τουλάχιστον θαυμαστή: φύση και εργασία, συμμετοχή στα κέρδη των επιχειρήσεων, ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού συστήματος και, τώρα, του νερού, της ατμόσφαιρας, των σπόρων, των γονιδίων κ.λ.π. Εάν όμως η απαλλοτρίωση της εργασίας είναι, κατά κάποιο τρόπο, ανταποδιδόμενη με τον μισθό - που εγγυάται την αναπαραγωγή του είδους homo sapiens – η αλλοτρίωση των έμβιων συστημάτων συνεπάγεται την μη αναστρέψιμη καταστροφή των «υπηρεσιών» που προσφέρουν δωρεάν τα οικοσυστήματα - ο κύκλος του νερού, η φωτοσύνθεση της χλωροφύλλης, οι τροφικές αλυσίδες, ή το σύνολο των πρωτογενών συνθηκών που εγγυούνται την διατήρηση της ζωής στον πλανήτη.

Οι υποστηρικτές του «φυσικού καπιταλισμού» στοχεύουν σε μία αγορά αγαθών και υπηρεσιών μηδενικού αποτυπώματος, μέσω ενός κλειστού παραγωγικού κύκλου με επένδυση του κέρδους στο πεδίο της ανάπλασης των φυσικών αποθεμάτων. Είναι όμως αξιόπιστο να ανατεθεί η υλοποίηση αυτών, των «σωστών», στόχων σε ένα σύστημα που θέτει σαν αρχή της ίδιας του της ύπαρξης την απεριόριστη μεγέθυνση του κύκλου παραγωγή-κατανάλωση αδιάφορα από τον βαθμό εντροπίας του και την αξία χρήσης των προϊόντων του; «Για τον καπιταλισμό, η μεγέθυνση αποτελεί συστημική ανάγκη παντελώς ανεξάρτητη και αδιάφορη της υλικής πραγματικότητας του προϊόντος που παράγει, συσχετιζόμενη μόνο με τις ανάγκες του κεφαλαίου», σημείωνε ο Αντρέ Γκορτζ. Λαμπρό παράδειγμα η «τεχνολογική παγίδα» - ή το «φαινόμενο της αναπήδησης» - του Μαρτίνεζ Άλλιεζ: η ενεργειακή αποδοτικότητα είναι δυνατό να αυξηθεί σημαντικά σε μικρή κλίμακα παραγωγικότητας την ίδια στιγμή που η αύξηση του όγκου των παραγόμενων εμπορευμάτων επιδρά αρνητικά στην μακροοικονομία της. 

Η περιβαλλοντική και κοινωνική κρίση και η κρίση του συστήματος και του πολιτισμού, στην οποία πρόσκρουσε ο σύγχρονος καπιταλισμός, έχουν την θεμελιακή τους αιτία στην απεριόριστη ανάπτυξη του βιομηχανικού συστήματος, στην λογική της ολικής αγοράς εμπορευμάτων και εμπορευματοποιημένων υπηρεσιών, στην αναζήτηση μιας ολικής διάχυσης των κοινωνικών σχέσεων που επιβάλλει η σχέση κεφαλαίου-εργασίας και στην απόλυτη επικυριαρχία του χρήματος σαν μοναδικού κίνητρου των ανταλλακτικών σχέσεων, σαν μέτρο του πλούτου, σαν εργαλείου κατανάλωσης και σαν δείκτη ευημερίας.

Αν θέλουμε να θεραπευτούμε από την κρίση πρέπει να ανατρέψουμε το αναπτυξιακό παράδειγμα. «Φοβάμαι ότι η γιγάντωση της πράσινης βιομηχανίας θα προσφέρει ελάχιστα εάν δεν εξαλείψει το ταμπού του υπερ-πολλαπλασιασμού των εμπορευμάτων» έγραφε ο Τζόρτζιο Όστι, κοινωνιολόγος περιβάλλοντος ο οποίος στάθηκε παλαιότερα αρκετά κριτικός απέναντι στους υποστηρικτές της αποανάπτυξης. «Το βασικό πρόβλημα έγκειται στην απόλυτη μείωση της παραγωγής και στην παραγωγή εμπορευμάτων με ισχυρή αξία χρήσης».

Δεν αρκεί, κατά συνέπεια, ο εξορθολογισμός της κατανάλωσης. Η έξοδος από την κρίση απαιτεί ένα ριζικό ηθικο-κοινωνικό αναπροσανατολισμό, μια μεταλλαγή νοοτροπίας, μια νέα οικονομική θεωρία διαμετρικά αντίθετη εκείνης της συσσώρευσης και της κτήσης και ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων θεμελιωμένο στην αμοιβαιότητα και στην αλληλεξάρτηση παράλληλα με τον επαναπροσδιορισμό των στόχων της «γιγαντιαίας παραγωγικότητας που η τεχνοεπιστήμη αποδίδει στην ανθρώπινη εργασία».

Και σε αυτό το σημείο, ας ξαναδώσουμε τον λόγο στον Μορέν: «Για να περάσουμε σε μια άλλη ιστορία είναι απαραίτητη η εκδήλωση ανομολόγητων επιθυμιών και η στοιχειώδης συνειδητοποίηση πρωταρχικών αληθειών και θανατηφόρων κινδύνων… Έχουμε ανάγκη άρθρωσης μιας μετα-θεωρίας και νέων πρακτικών… Μιας επιστήμης του ανθρώπου στο πλαίσιο της βιολογικής πραγματικότητας… Έχουμε ανάγκη μιας θεωρίας των αυτό-οργανούμενων συστημάτων και των οικοσυστημάτων, μιας βιο-ανθρωπολογίας, μιας βασικής κοινωνιολογίας και μιας γενικευμένης οικολογίας… Κάθε οικολογική πολιτική έχει δύο όψεις: μία στραμμένη στην φύση και μία στην κοινωνία. Στην δεύτερη όψη, της πολιτικής οικολογίας, υπάρχει ένα κομμάτι αφιερωμένο στην οικονομία και στην κοινωνία… Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο βαθύ… Υπάρχει η ανάγκη μεταλλαγής της ζωής μας όχι μόνο από την οπτική του «μέτρου» αλλά κυρίως από εκείνη της ποιότητας ζωής και της ποίησης της ζωής».

Ελληνικό Δίκτυο για την Αποανάπτυξη - apoanaptixi@gmail.com  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.