του Μάριο Τριφουότζι
Δεν θα είχε άδικο όποιος θα υποστήριζε ότι το οικολογικό ζήτημα, που αποτελεί
κεντρικό θέμα από την δεκαετία του ’70, χρησιμοποιείται συχνά και καταχρηστικά
για να «πρασινίσει» τις επαναστατικές προσδοκίες των αντικαπιταλιστών. Η
μαξιμαλιστική προσέγγιση - της θυσίας του «καλού» στο όνομα του «εξαιρετικού» -
πρέπει να αποφεύγεται σε αυτές τις περιπτώσεις για να μην επαναληφθούν λάθη του
παρελθόντος και για να μην χάσει ο διάλογος την αναγκαία του σοβαρότητα. Ωστόσο,
παρά το γεγονός ότι προκύπτει απαραίτητη μία μεταρρυθμιστική προσέγγιση στο
πρόβλημα, είναι αναγκαία μία σύντομη ανάλυση της σοβαρότητας των αλλαγών που θα
προκαλέσει στο μέλλον μία παρόμοια πρόκληση.
Οι επιτυχίες του σοσιαλδημοκρατικού
αιώνα, που περιέγραψε ο Ντάρεντορφ,
με τους μεταρρυθμιστές σε πρώτο
πλάνο στην προαγωγή της κοινωνικής
προόδου μέσω της καπιταλιστικής
οικονομικής ανάπτυξης, οφείλουν να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ιστορικής
φάσης διακριτής από εκείνη της δυτικής ανάπτυξης
που ακολούθησε αιώνες ουσιαστικής οικονομικής ισορροπίας από την οποία ο
πολιτισμός δεν είχε κατορθώσει να χειραφετηθεί. Η ανάπτυξη που διέκρινε την νεωτερικότητα, εξηγεί ο γάλλος
οικονομολόγος Ζαν Φουραστιέ, συνιστά
την φάση της μετάβασης από την παραδοσιακή κοινωνία σε εκείνη της τεχνολογίας:
η βιομηχανική επανάσταση αντέστρεψε
την σχέση δύναμης μεταξύ ανθρώπου
και φύσης υποτάσσοντας την τελευταία
στους κύκλους της ανθρώπινης δραστηριότητας για πρώτη φορά στην ιστορία. Ετσι, πιστέψαμε
σταθερά ότι η ανάπτυξη δεν
αποτελούσε παρά φυσική συνθήκη έως ότου η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και η
κλιματική αλλαγή έδειξαν ότι και η οικονομία,
όπως κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, ενεργεί στο πλαίσιο του πλανητικού
οικοσυστήματος και, κατά συνέπεια, υπόκειται στους νόμους της φυσικής και της
βιολογίας. Οι νόμοι της φυσικής και της βιολογίας μας προειδοποιούν ότι εκμεταλλευόμαστε
τον πλανήτη περισσότερο από το 150% των βιοπαραγωγικών δυνατοτήτων του. Με λίγα
λόγια, καταναλώνουμε τους φυσικούς πόρους που τροφοδοτούν την παγκόσμια
οικονομία με ένα ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από εκείνο με τον οποίο ανανεώνονται. Η
υπέρβαση των φυσικών ορίων της ανάπτυξης, όπως τεκμηριώθηκαν το 1972
από την ομώνυμη έκθεση του Κλαμπ της
Ρώμης, έχει δύο κατηγορίες καταστροφικών
συνεπειών: υπερμεγενθύνει την φούσκα μιας μυωπικής ανάπτυξης, που στηρίζεται σε πόρους που δανείζονται από τις
μελλοντικές γενιές και μολύνει το περιβάλλον υποθηκεύοντας την οικοσυστημική
ισορροπία και τις βιολογικές βάσεις της υγείας μας όπως στην περίπτωση της
υπερθέρμανσης του πλανήτη και της δραματικής μείωσης της βιοποικιλότητας.